Ετικέτες

, , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Kathimerini.Battle.of.Xeimarra.1940

Τα πιο περιπετειώδη Χριστούγεννα με τα πλέον ανάμικτα συναισθήματα για τον ελληνικό λαό ήταν τα πολεμικά του 1940. Από τη μία ο πόλεμος, οι θυσίες των παλικαριών και η ανασφάλεια για το μέλλον και από την άλλη η εθνική υπερηφάνεια για την κατάληψη της Χειμάρρας από τον Ελληνικό Στρατό.

ΧΙ

Μετά την απελευθέρωση των Αγίων Σαράντα στις 6 Δεκεμβρίου 1940, κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, του Λουκόβου στις 7 και του Πικέρασι (Πικέρνι) στις 8 του ίδιου μήνα, η 3η Μεραρχία του Ελληνικού Στρατού κινήθηκε βόρεια και στις 13 Δεκεμβρίου είχε φθάσει δυτικά και βορειοδυτικά του Μπόρσι, στην άριστα οχυρωμένη γραμμή, ύψωμα 613 – Μάλι ε Κηπαρόιτ – Μάλι ε Τζόρετ – αυχένας Κούτσι – Μάλι Ιτέρας που υπεράσπιζε η ιταλική μεραρχία Σιένα.

Το απόσπασμα Τσακαλώτου προώθησε το Ι/42 τάγμα στην περιοχή Φτέρα – Τζόρα για να αντικαταστήσει την Α΄ Ομάδα Αναγνωρίσεως, το δε ΙΙ/40 στον ορεινό όγκο Μάλι Ιτέρας για να εκβιάσει δι’ υπερκεράσεως τον αυχένα Κούτσι, με κατάληψη του όγκου της Παπαθιάς.

Στις 15 Δεκεμβρίου οι πρώτες επιθέσεις του 12ου Συντάγματος Πεζικού (Σ.Π.) κατά των υψωμάτων του Κηπαρού απέτυχαν.

Το ύψωμα 613 καταλήφθηκε τελικά, μέσα σε χιονοθύελλα και πολύνεκρο αγώνα εκ του συστάδην, στις 17 Δεκεμβρίου, με αποτέλεσμα ο εχθρός να εγκαταλείψει και το Μάλι Βάριτ βορειότερα.

Στις 19 Δεκεμβρίου κατελήφθησαν, με βαριές απώλειες, από το 6ο Σ.Π. το στρατηγικής σημασίας ύψωμα Γκιάμι (βόρεια του Πανόρμου) και το ύψωμα Τσίπι (βόρεια του Πύλιουρι).

Ανατολικότερα καταλαμβάνεται από το απόσπασμα Τσακαλώτου το ισχυρά οργανωμένο ύψωμα Μάλι ε Τζόρετ και ο αυχένας Κούτσι μετά από τριήμερο σκληρό αγώνα που απέφερε στη σημαία του 4ου Σ.Π. χρυσό αριστείο ανδρείας.

Το 6ο Σύνταγμα που ήλεγχε τις ανατολικές προσβάσεις του ορεινού όγκου του Κηπαρού (Μάλι Κηπαρόιτ) πριν προχωρήσει προς Χιμάρα, έταξε ένα τάγμα στο ύψωμα Τσίπι για να ελέγχει την οδό προς Πύλιουρι ενώ το δεύτερο τάγμα του βάδισε προς απελευθέρωση του χωριού.

Με τη διάνοιξη της κοιλάδας Σουσίτσα και του υψώματος Τσίπι (βορειοδυτικά της Χιμάρας) στις 21 Δεκεμβρίου, οι Ιταλοί αναγκάστηκαν να εκκενώσουν την πόλη της Χιμάρας το ίδιο βράδυ ενώ λίγο μακρύτερα απελευθερώνονταν το Πύλιουρι. Πλήθος αιχμαλώτων (ανάμεσα τους δύο αντισυνταγματάρχες) και άφθονο υλικό περιέρχονταν στα ελληνικά χέρια αν και οι Ιταλοί είχαν δηώσει και καταστρέψει φεύγοντας ότι μπορούσαν.

Τη νύχτα του Σαββάτου 22 Δεκεμβρίου 1940, ελληνικά τμήματα εισέρχονταν στο κάστρο του Ελληνισμού της Ηπείρου, στην αδούλωτη Χιμάρα και προχωρούσαν προς το Σκουταρά όπου οι Ιταλοί θα προβάλουν σθεναρή αντίσταση.

Ο Ελληνικός Στρατός εισήλθε στη Χιμάρα με οδηγούς πολλούς ντόπιους Έλληνες: Θανάσης Κούστας, Αντώνης Κοκκαβέσης, Σάββας Πρίφτης, Πολυμέρης Κολιάκης, Π. Μπολάνος, Ν. Μπελέρης, Γ. Δημογιάννης, Σ. Λυκόκας, Γ. Μπρίγκος, Γ. Δήμας, Δ. Ζώτος, Ν. Ντούκος, Γρ. Πρίφτης, Π. Γκόρος κ.α.

Παράλληλα Χιμαριώτες πήραν τα όπλα και ενίσχυσαν δυναμικά τον Ελληνικό Στρατό στις επιχειρήσεις.

Την Κυριακή το πρωί, μετά την πρώτη δοξολογία στην παλιά μονή του Αγίου Κοσμά, λαός και στρατός έψαλαν το «Χριστός Ανέστη» στους Άγιους Πάντες και ας ήταν παραμονές Χριστουγέννων. Ένας μεγάλος χορός αγκάλιασε ντόπιους και ελευθερωτές.

Παραμονή των Χριστουγέννων και η χαρά για τις επιτυχίες του στρατού πλημμυρίζει τις στήλες των εφημερίδων, ενώ οι εκπομπές του ραδιοφώνου παρουσιάζουν αφιερώματα στους ελληνικούς τόπους της Βόρειας Ηπείρου.

Η εικόνα του γέρο-Χειμαρριώτη που έσκυψε να φιλήσει το όπλο του Έλληνα στρατιώτη και η Βορειοηπειρώτισσα που αναλύθηκε σε λυγμούς βλέποντας την γαλανόλευκη ήταν η μία πλευρά του νομίσματος.

Την άλλη πλευρά αποδίδει επιστολή που έστειλε στις 24 Δεκεμβρίου 1940 ένας πατέρας, ο Παναγιώτης Λιαράκης από την Άμφισσα στον τότε Πρωθυπουργό της χώρας Ιωάννη Μεταξά:

«Φορτωμένος το πολυβόλο, εκυνήγησε τους άνανδρους ως τα υψώματα της Κορυτσάς. Με το παράσημο στο στήθος, περήφανος, σε μια κορυφογραμμή στήνει το πολυβόλο του και ρίχνει 6000 σφαίρες, τρέποντας μόνος του εις φυγήν ολόκληρον τάγμα ανάνδρων. Έτσι πέθανε το παιδί μου Δημήτριος Λιαράκης εξ Αμφίσσης, προσθέτοντας έναν ακόμη τιμητικό τίτλο στο σπίτι μου που το 1912 έδωκε και τον αδελφόν τότε διά την πατρίδα. Διά τον ένδοξον θάνατον του παιδιού μου, που πέθανε πολεμώντας σαν λιοντάρι, ποτέ δεν θα κλάψω, ούτε εγώ ούτε η γυναίκα που άφησε παντρεμένη πέντε μηνών. Θα είμαι υπερήφανος ως τα τέλη της ζωής μου. Ζήτω η πατρίδα. Παναγιώτης Λιαράκης πατήρ, Δήμος Σκιπλάκης πενθερός».

Ο Πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς τού απάντησε: «Θαυμάζω το ένδοξό σου παιδί και τον ηρωϊκόν του θάνατον. Αιωνία θα είναι η ψυχή του και η μνήμη του δεν θα σβήσει ποτέ. Η γυναίκα του δίκαια θα είναι υπερήφανη διά τέτοιον ηρωϊκόν άνδρα».

Με πληροφορίες από το mikros-romios.gr και από από το βιβλίο του Κώστα Χατζηαντωνίου: Χιμάρα – Το άπαρτο κάστρο της Βορείου Ηπείρου. Στη φωτογραφία από το ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ: Έλληνες στρατιώτες στη Χιμάρα τον Δεκέμβριο 1940

Advertisements